ἀρίπρεπτος Save LSJ DGE ἀρί-πρεπτος, ον, = foreg., Ὑγίεια Maced. Pae. 21. ἀρίπρεπτος -ον • Prosodia: [ᾰ-] excelso Ὑγίεια Maced.Paean 21.