ἀριπρέπεια
ἀριπρέπεια, glory
ἀρι-πρέπεια, ἡ,
- glory, of God, Corp.Herm. 18.14.
excelsitud, gloria de Dios
ἀριπρεπείας ἔχων τὸ πέρας
ἀριπρέπεια, ἡ, Stattlichkeit, Herrlichkeit.
ἀριπρέπεια, glory
excelsitud, gloria de Dios
ἀριπρεπείας ἔχων τὸ πέρας