ἀρακίσκος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀρακίσκος -ου, ὁ algarroba πύρινοι ἀ. Gal.19.85. ἀρακίσκος, ου (ὁ) dim. du suiv. Gal. 2, 86. ἀρακίσκος, ὁ, dim. von ἄρακος.