ἀραιότρητος
ἀραιότρητος, with few pores
ἀραιό-τρητος, ον,
- with few pores, opp. πολύτρητος, Gal. UP 8.6 codd.
de pocos poros
σκέπασμα
ἀραιό·τρητος, ος, ον [ᾰ] aux trous ou aux pores espacés, Gal. De usu part. 8, 6.
Étym. ἀ. τιτραίνω.