ἀράκη
ἀράκη, ἡ,
- = φιάλη, Hsch. s.v. ἀράη (leg. ἀράκην), and s.v. ἐξ ἀρκιάων (leg. ἀρακάων): so in Ath. 11.502b Αἰολεῖς τὴν φιάλην ἀράκην (ἀρακίν cod.) καλοῦσιν.
ἀράκη, Hesych. φιάλη.