ἀργεύομαι Save LSJ DGE ἀργεύομαι, = ἀργέω: metaph. of a woman, Gal. 17(1).498. ἀργεύομαι estar inactivo ἀργευσαμένην τῷ μορίῳ τὴν γυναῖκα Gal.17(1).498.