Ἀργεννοῦσαι Save DGE Bailly 2024 Ἀργεννοῦσαι v. Ἀργινοῦσαι. Ἀργεννοῦσαι, ῶν (αἱ) autre n. des î. Ἀργινοῦσσαι (v. ce mot) Thc. 8, 101. Étym. p. *Ἀργεννόεσσαι, d’ἀργεννός.