ἀριστοκράτης Save ἀριστοκράτης, aristocrat LSJ DGE ἀριστο-κράτης [ρᾰ], ου, ὁ, aristocrat, Asp. in EN 182.8. ἀριστοκράτης -ου, ὁ aristócrata Asp.in EN 182.8.