Ἀριστομένειος Save DGE Bailly 2024 Ἀριστομένειος -ον de Aristómenes ὁ Ἀ. πόλεμος (cf. Ἀριστομένης 1) Plb.4.33.5. Ἀριστομένειος, ου, adj. m. d’Aristomène, Pol. 4, 33. Étym. Ἀριστομένης.