ἀριχάομαι
ἀρῐχάομαι, v. ἀρρῐχάομαι, cf. ἀναρριχάομαι [edited per Supp.]
ἀριχάομαι-ῶμαι, c. ἀναρριχάομαι, Arstt. H.A. 9, 40.
ἀριχάομαι, = ἀναρριχάομαι, Arist. H.A. 9.40 (624 u. 34), von den Bienen, ἀριχώμεναι πρὸς τὰ βρύα τοῖς ἔμπροσθεν ποσί.