ἀριτριλλίς Save LSJ Bailly 2024 ἀριτριλλίς, = λινόζωστις, dub. l. in Ps.-Dsc. 4.190 (ἀργυρῖτις Wellm.). ἀριτριλλίς (ἡ) autre n. de la plante λινόζωστις, Diosc. 4, 188.