ἀρπεδής Save Bailly 2024 Pape ἀρ·πεδής, ής, ές, plat, uni, Nic. Th. 420. Étym. ἀραρίσκω, πέδον. ἀρπεδής, ές (πέδον – ἀρι ?), Nic. Th. 420, flach, κάρη, Schol. ἐπίπλατον καὶ ὁμαλόν.