ἀρραγάδωτος
ἀρραγάδωτος, without chink
ἀρρᾰγάδωτος, ον, (ῥαγάς)
- without chink, Apollod. Poliorc. 157.1.
sin fisuras
ἵνα τηρήσωσιν ἀρραγάδωτον
ἀ·ρραγάδωτος, ος, ον [ρᾰᾰ] sans fissure, Apd. pol. 23.
Étym. ἀ, *ῥαγαδόω, de ῥαγάς.