ἀρρέμβαστος
1 no divagante, recogido fig.
εὐχή
2 adv. -ως sin distracción, sin vacilación
(πίστις) ἀρεμβάστως προσφερομένη Χριστῷ
ἀ. ... νυκτερίῳ εὐχῇ προσπαραμένειν
1 no divagante, recogido fig.
εὐχή
2 adv. -ως sin distracción, sin vacilación
(πίστις) ἀρεμβάστως προσφερομένη Χριστῷ
ἀ. ... νυκτερίῳ εὐχῇ προσπαραμένειν