ἀρτέω Save Bailly 2024 Pape ἀρτέω, d’où ἀρτέομαι, v. ἀρτάω. ἀρτέω, ion. = ἀρτάω, πᾶς ἐκ Φοινίκων ἤρτητο στόλος Her. 3.19 ; ἐξ ὧν ὦλλοι πάντες ἀρτέαται 1.125 ; – pr. u. impf. med., sich rüsten, πολεμεῖν Her. 5.120 ; ἀρτέετο ἐς πόλεμον 8.97 ; ναυμαχίην 7.143.