ἀρτηριώδης
ἀρτηριώδης, like an ἀρτηρία
ἀρτηριώδης, ες,
- like an ἀρτηρία, μέρη Gal. 8.737; κοιλία τῆς καρδίας left ventricle, ibid.; ἀ. φλέψ pulmonary artery, Herophil. ap. Ruf. Onom. 203, cf. Gal. UP 6.10.
medic. arterial, vascular
(κοιλία) ἀ.
ventrículo arterialφλέψ
vena arterial
• vascular
μέρη
• vascularizado
(τόπος) ἀ. καὶ φλεβώδης
ἀρτηριώδης, ης, ες, artériel, Gal. 4, 150 ; Antyll. 128.
Étym. ἀρτηρία, ωδης.
ἀρτηριώδης, ες, arterienartig.