ἀρυτήρ
ἀρυτήρ, ladle
ἀρῠτήρ [ᾰ], ῆρος, ὁ, (ἀρύω)
- ladle or cup, Dsc. 2.74.
- 2 perh. irrigation, ἐμίσθωσεν . . εἰς τὸν ἀρυτῆρα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τὰς ἀρού[ρας . . PLond.ined. 2210 (i B. C.).
1 cazo
ἐπιχέας ὕδωρ ἀνάχει ἀρυτῆρι ῥαγδαίως
2 prob. riego
ἐμίσθωσεν ... εἰς τὸν ἀρυτῆρα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τὰς ἀρού[ρας ...
ἀρυτήρ, ῆρος (ὁ) [ᾰῠ] sorte de cuiller ; particul. mesure pour les liquides, Diosc. 2, 84.
Étym. ἀρύω.
ἀρυτήρ, ῆρος, ὁ, ein Gefäß zum Schöpfen, Löffel, Kelle, Sp. Auch ein bestimmtes Maß für flüssige Dinge, Diosc.