ἀρχαγέτας
ἀρχαγέτας, [Dor., first leader, founder > ἀρχηγέτης]
ἀρχᾱγέτας, ἀρχᾱγός, Dor., etc., = Att. ἀρχηγέτης, ἀρχηγός.
ἀρχαγέτας, v. ἀρχηγέτης.
ἀρχᾱγέτας
- 1founder of a colony Τλαπολέμῳ Τιρυνθίων ἀρχαγέτᾳ sc. in the colonization of Rhodes O. 7.78 ὁ δʼ ἀρχαγέτας ἔδωκ Ἀπόλλων (ὁ Ἀπόλλων ἔχρησεν οἰκίσαι τὴν Κυρήνην. Σ.) P. 5.60 ἀρχαγέτᾳ τε [Δ]άλου πίθετο i. e. Apollo fr. 140a. 58 (32).