ἀρύταινα
ἀρύταινα, a small pail
ἀρύταινα [ᾰρῠ], ης, ἡ, fem. of ἀρυτήρ, Ar. Eq. 1092, Antiph. 25.3, Thphr. Char. 9.8, PMagd. 33.3 (iii B. C.).
cazo o caldero usado por los bañeros para sacar agua y verterla sobre los bañistas
βαλανεὺς δ' ὠθεῖ ταῖς ἀρυταίναις
τὴν μεγίστην ἀρύταιναν ὑμῶν ἐκ μέσσου βάψασα τοῦ λέβητος ζέοντος ὕδατος
ἀπληστοίνους τ' ἀρύταινας
ἀ. δέ, χαλκοῦν σκεῦος, ᾧ τὸ ἔλαιον ἐγχέουσιν εἰς τοὺς λύχνους
• fig.
ἡ θεὸς αὐτὴ τοῦ δήμου καταχεῖν ἀρυταίνῃ πλουθυγίειαν
ἀρύταινα, ης (ἡ) [ᾰῠ] sorte d’aiguière, Ar. Eq. 1092 ; Th. Char. 9.
Étym. ἀρύω.
ἀρύταινα, ἡ, eine Gießkanne, Ar. Eq. 1087, nach Schol. χαλκοῦν σκεῦος ᾧ τὸ ἔλαιον ἐγχέουσιν εἰς λύχνους ; – Theophr. char. 9.3.
ἀρύταινα
ἀρύω
- a small pail, Ar.