ἀρχιαριστάς Save LSJ DGE ἀρχ-ῐᾰριστάς, ὁ, = ἀρχιερεύς, IG 12(1).705 (Camirus), cf. Michel 1187 (Peraea). ἀρχιαριστάς v. ἀρχιεριστάς.