ἀρχηγικός
ἀρχηγικός, original, primary, principal
ἀρχηγικός, ή, όν,
- original, primary, principal, αἴτιον Ph. 2.168 (Sup.), cf. Max.Tyr. 17.8 (Sup.), Syrian. in Metaph. 65.17, Procl. in Alc. p.250 C., Jul. Or. 5.175b (Comp.); -κά, τά, Procl. Inst. 70.
1 originario, primigenio
αἴτιον
αἰτία
νοῦς
τὰ γήϊνα τῶν οὐρανίων ἀρχηγικώτερα
τῶν ἀξιωμάτων τὰ βεβαιότατα καὶ ἀρχηγικώτατα
τὰ ... ὄντα ἀρχηγικά
ἐν τοῖς ἀρχηγικοῖς
2 adv. -ῶς de manera primigenia
ὅσα ἀπολύτως καὶ ἀ. εἶναι
ἀρχηγικός, ή, όν, qui peut être ou qui est la cause première de, Procl. Inst. theol. 70, etc. ||
Cp. -ώτερος, Nyss. 2, 66b.
Étym. ἀρχηγός.
ἀρχηγικός, den ἀρχηγός betreffend, Sp.