ἀρχινακορέω
ἀρχινακορέω, to be chief of νακόροι ( = νεωκόροι)
ἀρχι-νᾱκορέω,
- to be chief of νακόροι ( = νεωκόροι), BCH 37.94 (Thessalonica).
ἀρχινακορέω, to be chief of νακόροι ( = νεωκόροι)