ἀρχιτεκτόνευμα
ἀρχιτεκτόνευμα, construction
ἀρχιτεκτόν-ευμα, ατος, τό,
- construction, Bito 61.2.
mec. construcción
τῶν καταπαλτικῶν
ἀρχιτεκτόνευμα, construction
mec. construcción
τῶν καταπαλτικῶν