ἀσκαληρής
ἀσκαληρής, equilateral
ἀσκᾰληρής, ές,
- equilateral, Democr. 132 (prob. ἀσκαληνές, cf. σκαληνός).
equilátero Democr.B 132 (ms., pero ἀσκαληνές cj.).
ἀσκαληρής, equilateral
equilátero Democr.B 132 (ms., pero ἀσκαληνές cj.).