ἀφιέρωσις
ἀφιέρωσις, hallowing, dedication
ἀφῐέρ-ωσις, εως, ἡ,
- hallowing, dedication, D.S. 1.90, Plu. Publ. 15; χρημάτων BMus.Inscr. 481*.386 (Ephesus, ii A.D.).
dedicación, consagración
τῶν ζῴων
τοῦ ἔργου
χρημάτων
ἀποκατάστησε (sic) εἰς τὰς ἀποιερώσις ὑμῶν
τῶν ἄρτι νεοπαγῶν προσευκτηρίων ἀφιερώσεις
τοῦ νεώ
περὶ τῆς Ἀμαζόνων ἀφιερώσεως
ἀφιέρωσις, εως (ἡ) consécration, dédicace, DS. 1, 90 ; Plut. Popl. 15.
Étym. ἀφιερόω.
ἀφιέρωσις, ἡ, die Weihung, Plut. u. a.Sp.
Ἔρωτος τελετή, καὶ ἀφιέρω[σ]ις καὶ κ[α]τασκευή
rito de Eros, consagración y preparación