ἁβροβόστρυχος Save LSJ DGE ἁβρο-βόστρυχος, ον, = ἁβροκόμης, Tz. H. 1.230. ἁβροβόστρυχος -ον de sedosos bucles de Euforbo, Tz.H.1.233, de Paris, Tz.Alleg.Il.p.22.