Ἀγαθάνωρ Save Bailly 2024 Ἀγαθ·άνωρ, ορος (ὁ) [ᾰᾰᾱ] Agathanôr, h. Anth. 7, 554. Étym. ἀγαθός, ἀνήρ ; cf. Ἀνδράγαθος.