Ἀγαβάτανα Save DGE Bailly 2024 Ἀγαβάτανα v. Ἀγβάτανα. Ἀγαβάτανα, ων (τὰ) c. Ἀγβάτανα, Ἐκβάτανα, Eschl. Pers. 961.