Ἀσιατικός
I adj. ét. de Asia, asiático
κόνδυ, ποτήριον Ἀσιατικόν
ἀπὸ Κιβύρας τῆς Ἀσιατικῆς
Ἀσιατικοὶ σταθμοί
II subst. Ἀσιατικός, -οῦ, ὁ Asiático
1 liberto de Galba, Plu.Galb.20.
2 un orador AP 11.147 (Ammian.).
Ἀσιατικός, ή, όν [ᾰᾱ] d’Asie, asiatique, Str. 723 ; Anth. 11, 147 ; Ath. etc.
Étym. Ἀσία.