ἐκέκαστο Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἐκέκαστο, v. καίνυμαι. ἐκέκαστο v. καίνυμαι. ἐκέκαστο, v. καίνυμαι. ἐκέκαστο plqperf. med. 3 sing. van καίνυμι. ἐκέκαστο 3 sing. plupf. καίνυμαι. ἐκέκαστο : see καίνυμαι.