ἐκζήτησις
ἐκζήτησις, research
ἐκζήτ-ησις, εως, ἡ,
- research, 1 Ep.Ti. 1.4 (pl.).
1 búsqueda
ἡ ἐ. (sc. τοῦ κυρίου) δι' εὐχῶν γέγονεν
τέλος ... τῆς ἐκζητήσεως τοῦ εὑρεῖν αὐτόν (τὸν κύριον)
• investigación, indagación
ἐφευρίσκουσιν Ἰουδαϊκὰς καὶ μωρὰς ἑαυτοῖς ἐκζητήσεις
2 especulación, hipótesis infundada
γενεαλογίαι ... αἵτινες ἐκζητήσεις παρέχουσιν
ἐκζήτησις, εως (ἡ) recherche approfondie ou persévérante, Bas. 1, 357 d Migne.
Étym. ἐκζητέω.
ἐκζήτησις, ἡ, das Aufsuchen, Verfolgen, Sp.
Strong
*†
a questioning (RV), subject for dispute: I Ti 1:4.†