ἐλαφόκρανος
ἐλαφόκρανος, deer-headed
ἐλᾰφό-κρᾱνος, ον,
- deer-headed, ἵπποι Str. 15.1.56.
de cabeza cervina
ἐλαφό·κρανος, ος, ον [ρᾱ] à tête de cerf, Str. 710.
Étym. ἔ. *κρᾶνον, cf. κρανίον.
ἐλαφόκρανος, [ρᾱ], hirschköpfig, Strab. XV p. 710.