ἐλάφιον
ἐλᾰφ-ιον, τό,
- Dim. of ἔλαφος, Sm., Th. Pr. 5.19, Gp. 2.18.5.
- II = κώνειον, Hsch.
1 zool. cervato
ἐ. καὶ κυνάριον ἐπὶ βάσεως λιθίνης
ἐλαφίου κέρας
2 bot. cicuta Hsch.
ἐλάφιον, ου (τὸ) [ᾰ] jeune faon, Geop. 2, 18, 5.
Étym. ἔλαφος.
ἐλάφιον, τό, dim. von ἔλαφος, Theophr.