ἐλεφαντόω
ἐλεφαντόω, inlay with ivory
ἐλεφαντ-όω,
- inlay with ivory, τράπεζα ἠλεφαντωμένη IG 1(2).283.
taracear con marfil en v. pas.
τράπεζα ἠλεφαντωμένη
θρόνοι ... ἀνακλίσς ἔχοντες ἠλεφαντωμένας