ἐλεφαντίνεος
ἐλεφαντ-ίνεος, α, ον,
- of elephants, ὀδόντες IG 3.1376.
ebúrneo, marfileño
ἐλεφαντι[νέῳ] ... φέ[γγει
ὀδόντες
ἐλεφαντίνεος, α, ον [ῑ] c. ἐλεφάντινος, Anth. App. 209.
ἐλεφαντίνεος, = ἐλεφάντινος, Ep.adesp. 721 (APP 209).
ἐλεφαντίνεος, α, ον
= ἐλεφάντῐνος, Anth.