ἐνιτρέφω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐνιτρέφω, ἐνι-τρίβω, Ep. for ἐντ-. ἐνιτρέφω, v. ἐντρέφω. ἐνιτρέφω, = ἐντρέφω, p.