ἐνιφέρβομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἐνιφέρβομαι, ἐνι-φύρω, Ep. for ἐμφ- ἐνῐφέρβομαι apacentarse ταῦρος ... σταθμοῖς ἐνιφέρβεται Mosch.2.80. ἐνιφέρβομαι, v. *ἐμφέρβομαι. ἐνιφέρβομαι, = ἐν φέρβομαι, p.