ἐξήλυσις
ἐξήλυσις, a way out, outlet
ἐξήλῠσις, εως, ἡ,
- way out, outlet, τοῦ πυρὸς οὐκ ἔχοντος (nisi leg. -τες) ἐξήλυσιν ἐκ τοῦ ἄστεος Hdt. 5.101; of a river, ἔχοντος οὐδαμῇ ἐ. Id. 3.117; ἐ. ἐς θάλασσαν κατήκουσα Id. 7.130.
ἐξήλυσις, εως, ion. ιος (ἡ) [ῠ] ion. c. ἐξέλευσις, Hdt. 5, 101, etc.
ἐξήλυσις, ἡ, der Ausgang, Her. 3.117, 7.130.
ἐξήλυσις
ἐξήλῠσις, εως
ἐξήλυθον, aor2 of ἐξέρχομαι
- a way out, outlet, Hdt.