ἑξηκοντάρουρος
ἑξηκοντάρουρος, possessing sixty
ἑξηκοντάρουρος [ᾰ], ον,
- possessing sixty ἄρουραι, PCair.Zen. 1.24, 57 (iii B. C.).
ἑξηκοντάρουρος, possessing sixty