ἐπίδεξις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ἐπίδεξις, εως, ἡ, Ion. for ἐπίδειξις. ἐπίδεξις, v. ἐπίδειξις. ἐπίδεξις, ἡ Ion. voor ἐπίδειξις. ἐπίδεξις, ἡ, ion. = ἐπίδειξις, Her. ἐπίδεξις, ιος Ionic for ἐπίδειξις.