ἐπιδερματίς
ἐπιδερματίς, peel
ἐπι-δερμᾰτίς, ίδος, ἡ,
- gloss on λέμμα, peel, Erot.
- II skin, αἰγός Alex.Trall. 1.15.
ἐπι·δερματίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] c. le suiv. Erot. 242.
ἐπιδερματίς, ίδος, ἡ, = ἐπιδερμίς, Sp.