ἐπεκτεταμένως
ἐπεκτεταμένως, vehemently
ἐπεκ-τετᾰμένως, Adv., (ἐπεκτείνω)
- vehemently, θρηνεῖν Sch. A. Pers, 1051.
ἐπεκτεταμένως, angestrengt, sehr, Schol. Aesch. Pers. 1007.
ἐπεκτεταμένως, vehemently