ἐπερεισμός
ἐπερεισμός, impact
ἐπερ-εισμός, ὁ,
- impact, Epicur. Ep. 1 p.12 U.
ἐπερεισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Epic. (DL. 10, 50).
ἐπερεισμός, ὁ, das Daraufstützen, -stämmen, Epic. bei DL. 10.50.
ἐπερεισμός, impact