ἐπευφημισμός
ἐπευφημισμός, shout of approval
ἐπευφημ-ισμός, ὁ,
- shout of approval, Eust. 120.18.
ἐπευφημισμός, ὁ, das Beifallrufen, Eust.
ἐπευφημισμός, shout of approval