ἐπιδηκτικός Save Bailly 2024 Pape ἐπιδηκτικός, ή, όν, mordant, Clém. 122. Étym. ἐπιδάκνω. ἐπιδηκτικός, ή, όν, beißend, Clem.Al. paedag. 1.9 p. 122, EM. für ἐπιδεικτικός.