ἐρυθρόχλωρος
ἐρυθρόχλωρος, pale-red
ἐρυθρό-χλωρος, ον,
- pale-red, Hp. Epid. 6.3.13 (vulg. -χολος: al. -χροος, acc. to Gal. 17(2).66).
ἐρυθρό·χλωρος, ος, ον, d’un rouge pâle, Hpc. 1175g.
Étym. ἐ. χλωρός.
ἐρυθρόχλωρος, blaßrot, Hippocr.; nach Anderen ἐρυθρόχολος.