ἐρυκάνω
ἐρυκάνω [ῡ] (seul. 3 sg. impf. ἐρύκανε) c. le préc. Od. 10, 429.
ἐρυκάνω, [ῡ], = ἐρυκανάω, ἐρύκανε πάντας ἑταίρους Od. 10.429.
ἐρυκάνω
= ἐρύκω. (κατ-.)
To restrain, keep from going: ἐρύκανεν ἑταίρους Od. 10.429.