ἐρυστός
ἐρυστός, drawn
ἐρυστός, ή, όν,
- drawn, κολεῶν ἐρυστὰ .. ξίφη S. Aj. 730.
ἐρυστός, ή, όν, tiré, Soph. Aj. 730.
Étym. vb. d’ἐρύω.
ἐρυστός, gezogen, adj. verb. zu ἐρύω, κολεῶν ἐρυστὰ ξίφη Soph. Aj. 717.
ἐρυστός, ή, όν
- drawn, Soph. from ἐρύω