ἐσεμάσσατο Save Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἐσεμάσσατο, v. ἐσμαίομαι. ἐσεμάσσατο 3 sing. aor. ἐσμαίομαι. ἐσεμάσσατο : see εἰσμαίομαι.