ἑβδομηκοντάς
ἑβδομηκοντάς, group of seventy
ἑβδομηκοντάς, άδος, ἡ,
- group of seventy, Tz. H. 1.974.
grupo de setenta
εἷς τῶν ἑβδομηκοντάδα πληρούντων μαθητῶν
νικᾶται ναυμαχίᾳ διακοσίαις ταῖς ναυσὶ καὶ ἑβδομηκοντάδι
ἑβδομηκοντάς, άδος, ἡ, die Zahl Siebzig, Tzetz.